top of page

Απροσδόκητη διγλωσσία στον αυτισμό. Όταν το παιδί προτιμά μια δεύτερη γλώσσα.

πριν από 1 λεπτό
διαβάστηκε 2 λεπτά

Ένα παιδί με περιορισμένο προφορικό λόγο στα ελληνικά αρχίζει να μετρά στα αγγλικά, να ονομάζει αντικείμενα ή να χρησιμοποιεί φράσεις που κανείς στο σπίτι δεν του έχει μάθει. Και μάλιστα με εξαιρετική προσφορά! Κάποιες φορές δείχνει σαφή προτίμηση στα αγγλικά, ξαφνιάζοντας εμάς τους θεραπευτές αλλά και την οικογένεια του.


Το φαινόμενο μελετάται ως «απροσδόκητη διγλωσσία». Περιγράφει την απόκτηση στοιχείων μιας γλώσσας που απουσιάζει από τις καθημερινές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις του παιδιού. Η έκθεση συνήθως υπάρχει μέσα από βίντεο, τραγούδια, παιδικές εκπομπές και παιχνίδια. Αυτό που εκπλήσσει είναι πόσα φαίνεται να μαθαίνει το παιδί μέσα από αυτές τις πηγές, συχνά χωρίς οργανωμένη διδασκαλία ή συνομιλία στη συγκεκριμένη γλώσσα.


Ο όρος καλύπτει διαφορετικές δυνατότητες. Η απαρίθμηση, η αναπαραγωγή μιας απομνημονευμένης φράσης και η δημιουργία νέων προτάσεων χρειάζονται ξεχωριστή αξιολόγηση. Υπάρχουν παιδιά που χρησιμοποιούν μεμονωμένα λεκτικά στοιχεία και άλλα που αναπτύσσουν ουσιαστικές γλωσσικές δεξιότητες.


Γιατί συχνά αγγλικά;


Η μεγάλη διαθεσιμότητα αγγλόφωνου περιεχομένου αποτελεί μέρος της εξήγησης. Εξίσου ενδιαφέρων είναι ο τρόπος παρουσίασής του. Επανάληψη, μουσική, σταθερές σκηνές και σύνδεση με τα ενδιαφέροντα του παιδιού. Το ίδιο υλικό μπορεί να επανέρχεται με ελάχιστες αλλαγές, προσφέροντας προβλέψιμα γλωσσικά μοτίβα στα οποία ούτως ή άλλως στον Αυτισμό παρατηρούμε συχνά εξαιρετική ικανότητα απομνημόνευσης αυτών.


Πιθανή σημασία έχει και η δομή της γλώσσας. Τα αγγλικά διαθέτουν λιγότερες κλιτικές μεταβολές από τα ελληνικά. Στο «I want – you want – we want», το ρήμα παραμένει ίδιο, ενώ στα ελληνικά αλλάζει σε «θέλω – θέλεις – θέλουμε». Για ορισμένα παιδιά με μορφοσυντακτικές δυσκολίες, αυτή η σχετική σταθερότητα ενδέχεται να διευκολύνει την παραγωγή. Παραμένει, ωστόσο, υπόθεση προς διερεύνηση ως εξήγηση της προτίμησης τους.


Από την άλλη η ηχολαλία και η υπερλεξία μπορεί να συνυπάρχουν, αλλά περιγράφουν διαφορετικά φαινόμενα. Η πρώτη αφορά επανάληψη λόγου· η δεύτερη ασυνήθιστα πρώιμη ή προχωρημένη αναγνώριση γραπτών λέξεων, συχνά με ασθενέστερη κατανόηση. Καμία τους δεν αρκεί για να εξηγήσει την απροσδόκητη διγλωσσία. Ούτε η χρήση αγγλικών φράσεων τεκμηριώνει από μόνη της τον χαρακτηρισμό «gestalt language processor» δηλαδή «Παιδί που χρησιμοποιεί ολόκληρες φράσεις ως ενιαίες μονάδες λόγου».


Τι κάνουμε τελικά με αυτή την προτίμηση;


Τη διερευνούμε και την αξιοποιούμε. Εξετάζουμε τι καταλαβαίνει το παιδί, τι παράγει αυθόρμητα και αν μπορεί να χρησιμοποιήσει όσα γνωρίζει για να ζητήσει, να αρνηθεί, να μοιραστεί ή να ζητήσει βοήθεια.


Αν ζητήσει «water», ανταποκρινόμαστε στο αίτημα ενώ μπορούμε να επαναλάβουμε στα ελληνικά ως επικύρωση. Παράλληλα, υποστηρίζουμε τη γλώσσα της οικογένειας και την επικοινωνία με τους ανθρώπους της καθημερινότητάς του, με λόγο, χειρονομίες ή μέσα επαυξητικής και εναλλακτικής επικοινωνίας.


Η προτίμηση σε μια άλλη γλώσσα μάς δίνει πληροφορίες για το πώς μαθαίνει το συγκεκριμένο παιδί. Χρειάζεται να τις ακούσουμε πριν αποφασίσουμε τι πρέπει να του διδάξουμε.

 
 
 

Σχόλια


© 2026 ΣΥΝΑΨΙΣ

bottom of page