“Οι λογοθεραπείες είναι μόδα;”. Μακάρι να ήταν.
Φράσεις όπως «οι λογοθεραπείες είναι μόδα» ή «τα κέντρα φυτρώνουν σαν μανιτάρια» ακούγονται εύκολα. Και πληγώνουν.
Πληγώνουν γονείς παιδιών με πραγματικές, ορατές ή αόρατες δυσκολίες. Πληγώνουν και επαγγελματίες που έχουν επιλέξει να αφιερώσουν μεγάλο μέρος της ζωής, της εκπαίδευσης και της καθημερινότητάς τους στην υποστήριξη αυτών των παιδιών και των οικογενειών τους. Συνήθως με αφοσίωση, προσήλωση και, κυρίως, πηγαία αγάπη γι’ αυτό που κάνουν.
Η μητέρα που δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της ούτε για ένα λεπτό από το δωδεκάχρονο παιδί της, επειδή κινδυνεύει η σωματική του ακεραιότητα, δεν ακολουθεί κάποια «μόδα».
Το παιδί που δεν μπορεί να επικοινωνήσει ότι πονάει, ότι πεινάει, ότι φοβάται ή ότι χαίρεται δεν αποτελεί ένα καινούργιο trend της εποχής.
Και η οικογένεια που οργανώνει ολόκληρη τη ζωή της γύρω από μια σοβαρή αναπτυξιακή δυσκολία δεν χρειάζεται κάποιον να της εξηγήσει ότι «παλιά δεν υπήρχαν αυτά».
Γιατί βλέπουμε περισσότερες διαγνώσεις;
Η αύξηση των διαγνώσεων αυτισμού και άλλων αναπτυξιακών δυσκολιών είναι πραγματική ως καταγεγραμμένο φαινόμενο. Η ερμηνεία της, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Σήμερα αναγνωρίζουμε καλύτερα τον αυτισμό, αξιολογούμε παιδιά νωρίτερα, έχουν διευρυνθεί τα διαγνωστικά κριτήρια και γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες μπορεί να εμφανιστεί. Περισσότερες οικογένειες έχουν επίσης πρόσβαση στην ενημέρωση και αναζητούν αξιολόγηση νωρίτερα.
Όλα αυτά εξηγούν σημαντικό μέρος της αύξησης των διαγνώσεων. Δεν γνωρίζουμε ακόμη με βεβαιότητα αν την εξηγούν ολόκληρη. Η έρευνα συνεχίζεται και η εύκολη απάντηση συνήθως αδικεί ένα πολύ σύνθετο ζήτημα.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που έχει αλλάξει.
Οι σημερινοί γονείς είναι περισσότερο ενημερωμένοι και ευαισθητοποιημένοι. Παρατηρούν νωρίτερα, ρωτούν περισσότερο και αφήνουν λιγότερα πράγματα στην τύχη τους. Χτυπούν ευκολότερα και γρηγορότερα την πόρτα ενός ειδικού.
Ευτυχώς.
Γιατί όταν υπάρχει πραγματική αναπτυξιακή δυσκολία, ο χρόνος έχει σημασία.
Και ναι, υπάρχει και η άλλη πλευρά
Δεν γίνονται όλα σωστά στον χώρο μας.
Υπάρχουν υπερβολές. Υπάρχουν παιδιά που πιθανόν παραμένουν σε παρέμβαση περισσότερο απ’ όσο χρειάζονται. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η φυσική αναπτυξιακή ωρίμανση, μια σωστή καθοδήγηση της οικογένειας ή μερικές ουσιαστικές αλλαγές στην καθημερινότητα θα μπορούσαν να είναι αρκετές.
Υπάρχει και η αγωνία του γονέα. Και όπου υπάρχει αγωνία, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος κάποιος να την εκμεταλλευτεί.
Ο επαγγελματίας οφείλει λοιπόν να μπορεί να πει όχι μόνο:
«Το παιδί σας χρειάζεται παρέμβαση».
Οφείλει να μπορεί να πει και:
«Δεν χρειάζεται παρέμβαση».
Ή ακόμη καλύτερα:
«Πετύχαμε τον στόχο μας. Δεν μας χρειάζεστε πια».
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα πιο καθαρά μέτρα επαγγελματικής εντιμότητας στον χώρο μας.
Οι κακές πρακτικές όμως δεν αποτελούν επιχείρημα για την ακύρωση ενός ολόκληρου επιστημονικού και επαγγελματικού πεδίου.
Χρειάζεται να ξεχωρίσουμε την ουσιαστική, εξατομικευμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη υποστήριξη ενός παιδιού με αντικειμενικές δυσκολίες από την αδικαιολόγητη θεραπευτικοποίηση κάθε αναπτυξιακής απόκλισης.
Και χρειάζεται να επιλέγουμε επαγγελματίες που μπορούν να κοιτάξουν έναν γονέα στα μάτια και να του πουν την αλήθεια — ακόμη κι όταν αυτή η αλήθεια σημαίνει λιγότερες συνεδρίες ή καθόλου συνεδρίες.
Γιατί κάποιες δυσκολίες δεν περνούν απλώς μεγαλώνοντας.
Κάποιες θα συνοδεύσουν έναν άνθρωπο για πολλά χρόνια ή και σε ολόκληρη τη ζωή του. Και πίσω από κάθε διάγνωση υπάρχει μια οικογένεια που προσπαθεί καθημερινά να βοηθήσει το παιδί της να επικοινωνήσει, να αυτονομηθεί, να μάθει, να συνδεθεί, να ζήσει όσο καλύτερα μπορεί.
Μακάρι, λοιπόν, όλα αυτά να ήταν μια «μόδα».
Μακάρι να κρατούσαν λίγο και μετά να περνούσαν.
Αυτό θα ήταν ευχή. Όχι επιχείρημα.
Γιάννης Μπούγος
Ψυχολόγος Διευθυντής "Συνάψις"








Σχόλια